ΒΥΘΙΣΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ
Μεστωμένοι καρποί, τοποθετημένοι σεμνά στο τραπέζι σου.
Ολόλευκοι πίνακες, κοσμούν τους γκρίζους θολωτούς τοίχους σου.
Λιγοστό το φως που σκιάζει τη σεπτή σιλουέτα σου.
Άφθονα αρώματα πλημμυρίζουν με λεπτότητα τις σιωπές μου,
οι ανοικτές πληγές του κορμιού σου.
Δυσκολεύομαι να πιστέψω την πληθωρική παρουσία σου
και επιχειρώ να ψαχουλέψω με ιδρωμένα ακροδάχτυλα,
τη σκοτεινή όψη σου, που στέκεται εκεί ομπρός μου σίγουρη,
γαντζωμένη στοργικά στο θολό κορμί σου.
Αναστέλλω βίαια, με απόλυτη βεβαιότητα το εγχείρημα
και αποσύρομαι παράμερα να σε παρατηρώ αμήχανα,
γεμάτος αμφιβολίες για το αποτέλεσμα της λιτής επαφής.
Ο καρπός μου τρεμάμενος, επιχειρεί να απαλλαχθεί
από την υγρή αίσθηση και με μια κίνηση απελπισίας
οδηγεί την παλάμη στους γκρίζους σου τοίχους,
να τους ψηλαφίσει, να τους χαϊδέψει,
να μοιραστεί μαζί τους το πικρό ανάβλυσμα της αγωνίας μου.
Η στυφή οσμή που αναδύει η καταλυτική τους συνεύρεση,
εμποτίζει τα σωθικά μου και με οδηγεί σε παραισθήσεις,
ανομολόγητες και αφύσικες, που με βρίσκουν ανήμπορο,
να πασχίζω έρποντας στην αναβίωση ενός σύμπαντος,
που έχει παρέλθει οριστικά, όπου και οι μάταιες επιθυμίες μου
αναζητούν την ασύμπτωτη λύτρωση.
Αναζητώ επίμονα μια ακτίνα φωτός,
που θα με οδηγήσει ενδεχόμενα,
στην οριστική έξοδο από τη διαβολική φυλακή σου,
όπου άθελά μου εγκλωβίστηκα.
Κι εσύ πέτρινη και σκοτεινή,
με τη στατική σου βιαιότητα να διαπερνά το κορμί μου,
γεμίζεις αργά – αργά με το ηλεκτρισμένο βλέμμα σου την αέρινη οροφή σου,
με χιλιάδες μικροσκοπικές φωτεινές ανταύγειες.
Να με δελεάσεις, να με κάνεις να πιστέψω,
πως ο κόσμος που μου προβάλλεις μπροστά στα υγρά μάτια μου,
πριν εκείνα προλάβουν να στεγνώσουν, είναι ο κόσμος μου.
Ανασυγκροτώ τις δυνάμεις μου,
σε μια έσχατη απέλπιδα προσπάθεια, να καταφέρω να αποδράσω.
Επιστρατεύω το πνεύμα μου, καρδιά και ψυχή,
αρωγούς στο μολυβένιο κορμί μου και ανάβω την πυρά,
που θα με οδηγήσει σταγόνα τη σταγόνα, την πυρωμένη, να γλιστρήσω,
να χωθώ, να γεμίσω τις άδειες οφθαλμικές κοιλότητες,
από τα κρανία – λάφυρα – που έχεις στρωμένα αντί δαπέδου,
στην πανούργα φυλακή σου.
Εκεί να παγώσω, να πετρώσω,
να ενταχθώ άψυχος και στεγνός στη νέα μου κατοικία,
έως ότου μόνη σου πια, απελπισμένη και χωρίς ορίζοντες,
αποφασίσεις να πυρπολήσεις τη φυλακή σου,
να λιώσω ξανά, να ανασυσταθώ
και να φιλοξενήσω μέσα μου τις στάχτες της και τις στάχτες σου,
μιας δια παντός…
17-05-2001