
Οι μικρές αυξομειώσεις ανά περιοχή και ελαιοκομική ζώνη αποτελούν το κύριο χαρακτηριστικό της αγοράς του ελαιολάδου τη δεδομένη περίοδο. Το «αναιμικό» ιταλικό αγοραστικό ενδιαφέρον περιορίζει τις «διεξόδους» του ελληνικού προϊόντος, στις αγορές του εξωτερικού. Ελπίδες «γεννούν» ειδικές περιπτώσεις συμφωνιών εξαγωγής ελαιολάδου στο εξωτερικό, όπως της ΕΑΣ Λέσβου, ωστόσο παράγοντες του κλάδου αναμένουν την όποια ανάκαμψη από τις αρχές Απριλίου, κι ενώ τα σπορέλαια αποδεικνύονται «χρυσά».
Το γενικότερο κλίμα οικονομικής δυσπραγίας αποτυπώνει η κατάσταση στην αγορά του ελαιολάδου, με τις αγοραπωλησίες να παραμένουν περιορισμένες, κυρίως, όπως αναφέρουν παράγοντες του κλάδου, «λόγω του περιορισμένου ιταλικού ενδιαφέροντος για το ελληνικό προϊόν». Γεγονός, που όπως επισημαίνουν, οφείλεται στις αθρόες εισαγωγές - στην Ιταλία - ποσοτήτων ελαιολάδου από την Ισπανία. Ελπίδες αναστροφής της κατάστασης προς όφελος και του παραγωγού «γεννά» η πρόθεση των συναρμόδιων υπουργείων Αγροτικής Ανάπτυξης και Ανάπτυξης, να επιβάλλουν την υποχρεωτική αναγραφή της προέλευσης του ελαιόλαδου σε όλες τις συσκευασίες, μέτρο που πρότεινε η ΠΑΣΕΓΕΣ. Για το θέμα έχουν εκφραστεί θετικά τόσο από το υπουργείο Ανάπτυξης, όσο και από το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, (διά στόματος του γενικού γραμματέα κ Κώστα Σκιαδά). Το μέτρο αναμένεται να συμβάλλει τα μέγιστα όσον αφορά την προστασία του καταναλωτή, αλλά και να αποτρέψει φαινόμενα νοθείας.
Ειδικότερα, τώρα, αισιοδοξία επικρατεί στη Μυτιλήνη, καθώς «έκλεισε» η σημαντική συμφωνία εξαγωγής τυποποιημένου ελαιολάδου της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Λέσβου με την εταιρεία Atlas Import της Κίνας για την εξαγωγή 300 τόνων τυποποιημένου προϊόντος ανά έτος. Η χρονική διάρκεια της συμφωνίας έχει προσδιοριστεί, τουλάχιστον για τα επόμενα δυο χρόνια.
Βάσει της συμφωνίας, όπως αναφέρει ο υπεύθυνος πωλήσεων της ΛΕΣΕΛ κ. Μάτας, το ελαιόλαδο της Λέσβου που θα εξαχθεί στην Κίνα θα τυποποιείται σε συσκευασίες των 750, 500 και των 250 ml. To λάδι θα προωθείται σε τριάντα μεγάλα σούπερ μάρκετ της νότιας Κίνας (περιοχή Σαγκάης), με δυο κοντέϊνερ το μήνα. Στη συμφωνία προβλέπεται, επίσης, ότι το λάδι αυτό δεν θα πωλείται στο Πεκίνο, καθώς για την αγορά αυτή υπάρχει άλλη συμφωνία της Ένωσης με εισαγωγέα της Κίνας.
Εξάλλου, όπως αναμενόταν, η Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Λέσβου, ξεκίνησε και πάλι να παραλαμβάνει ελαιόλαδο από τους παραγωγούς της περιοχής, μετά τη διακοπή που άρχισε να εφαρμόζει από τις 5 Φεβρουαρίου. Οι παραλαβές θα γίνονται βάσει νέου δελτίου τιμών, που εξέδωσε και το οποίο ισχύει από την Τετάρτη 12 Μαρτίου. Η Ένωση αρχίζει τις αγορές και πάλι, αφού η αγορά παρουσιάζει σημάδια σταθεροποίησης, με τον παραγωγό να εισπράττει 2,76 ευρώ το κιλό για τα ελαιόλαδα οξύτητας τριών δεκάτων, 2,60 ευρώ το κιλό για τον άσσο, το δυάρι 2,35 ευρώ ανά κιλό και το τριάρι στα 2,21 ευρώ ανά κιλό.
Στην Κρήτη και πιο συγκεκριμένα στο Ηράκλειο, οι τέσσερις Ενώσεις (Ηρακλείου, Μεσαράς, Μονοφατσίου και Πεζών), του νομού κρατούν σταθερές τις τιμές στα επίπεδα των 2,75 ευρώ το κιλό, ενώ στη Σητεία η Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών συνεχίζει να προσφέρει στον παραγωγό 2,80 ευρώ το κιλό για το ελαιόλαδο οξύτητας μέχρι τρία δέκατα. Ανάκαμψη αναμένει ο πρόεδρος της Ένωσης Μανώλης Βακόντιος από τις αρχές Απριλίου,
Στα ίδια πάνω - κάτω επίπεδα κυμαίνονται οι τιμές στην Πελοπόννησο, με την ΕΑΣ Λακωνίας να δίδει τιμές ως και 2,90 ευρώ το κιλό, λόγω της γενικότερης δυσπραγίας που χαρακτηρίζει την αγορά, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο πρόεδρος της ΕΑΣ κ. Προκοβάκης. Στα 2,80 - 2,90 ευρώ το κιλό για εξαιρετικές περιπτώσεις παραμένουν οι τιμές στην Αιγιαλεία, με την Παναιγιάλειο Ένωση, να προσπαθεί να στηρίξει τους παραγωγούς, παρά τα οξέα προβλήματα, που προκάλεσαν πυρκαγιές και κακοκαιρία εν συνεχεία.
Παρόμοια κατάσταση επικρατεί και στο νομό Ηλείας με τις αγοραπωλησίες να πραγματοποιούνται με τιμές περί τα 2,75 - 2,85 ευρώ το κιλό για τα εξαιρετικά παρθένα ελαιόλαδα, όπως αναφέρει ο γενικός διευθυντής της ΕΑΣ Ηλείας - Ολυμπίας κ. Σπύρος Γιακουμέλος, ο οποίος δεν παραλείπει να επισημάνει την δραστική μείωση της παραγωγής στην περιοχή.
Την ίδια στιγμή, στην Κόρινθο, παρά τα σημάδια ύφεσης στην αγορά, η ΕΑΣ Κορινθίας προσφέρει τιμές που - υπό προϋποθέσεις - φτάνουν για τα εξαιρετικά παρθένα ελαιόλαδα και τα 3,20 ευρώ το κιλό. Στην πλειοψηφία, οι συναλλαγές πραγματοποιούνται σε τιμές ως και 3,10 ευρώ το κιλό για τα ελαιόλαδα οξύτητας 0,3 βαθμών. Ωστόσο, ο παραγωγός έχει τη δυνατότητα να καρπωθεί τιμή ως και 3,20 ευρώ το κιλό, στην περίπτωση που επιλέξει ν' αγοράσει αγροτικά εφόδια, λιπάσματα κ.λπ. από το κατάστημα εμπορίας εφοδίων, που διατηρεί η ΕΑΣ Κορινθίας.
Στην περιοχή της Ηπείρου, ανταγωνιστικές τιμές προσφέρει για το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο η ΕΑΣ Πρέβεζας, τη δεδομένη περίοδο, παρά την κάμψη που παρατηρείται στην αγορά. Όπως αναφέρει η κα Ελένη Δεπούντη, υπεύθυνη χημικός στο τυποποιητήριο, η ΕΑΣ προσφέρει 2,90 ευρώ το κιλό, για να ενισχύσει το εισόδημα των παραγωγών της περιοχής.
Στη βόρεια Ελλάδα, τώρα, αρκετά καλές τιμές για το ελαιόλαδο που παράγουν οι αγρότες της περιοχής, πρόσφερε εφέτος κι εξακολουθεί έως τώρα να προσφέρει η Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Καβάλας. Κι αυτό παρά το γεγονός, ότι η τυποποίηση των συγκεκριμένων προϊόντων δεν αποτελεί την κύρια δραστηριότητα της μακεδονικής Ένωσης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία από το εμπορικό τμήμα της ΕΑΣ Καβάλας, εφέτος πήραν το δρόμο για το σύγχρονο τυποποιητήριο ελαιολάδου της Ένωσης, που βρίσκεται στη Βιομηχανική Περιοχή Καβάλας, έως τώρα συνολικά 65 τόνοι ελαιόλαδο. Κατά μέσο όρο, η Ένωση απορροφά περίπου 350 τόνους από το προϊόν κατ' έτος, ενώ η τιμή που προσφέρεται στον παραγωγό αυτή την περίοδο φτάνει τα 2,85 ευρώ το κιλό.
«Τρελή» κούρσα ανόδου και για τα σπορέλαια
Στο μεταξύ, συνεχίζεται το ράλι τιμών στα σπορέλαια, ενώ παράγοντες της αγοράς κάνουν λόγο για ακόμα υψηλότερες τιμές τους προσεχείς μήνες, οπότε η ζήτηση αναμένεται να ενταθεί.
Οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα στην παραγωγή βιοκαυσίμων από σπορέλαια δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει τη λειτουργία τους, καθώς δεν τους έχουν δοθεί οι ποσοστώσεις παραγωγής. Έτσι, όταν μπουν στην παραγωγή προβλέπεται νέα άνοδος της τιμής των σπορελαίων στην εγχώρια αγορά.
Πάντως, οι τιμές των σπορέλαιων (σογιέλαιο, ηλιέλαιο, καλαμποκέλαιο, βαμβακέλαιο κ.ά.) το τελευταίο δεκάμηνο τουλάχιστον παραμένουν υψηλές. Οι ανατιμήσεις, είτε πρόκειται για βαμβακέλαιο και σογιέλαιο είτε για πιο καλής ποιότητας σπορέλαια, όπως το ηλιέλαιο και το καλαμποκέλαιο, φτάνουν το 135%.
Ενδεικτικά, τον περασμένο Απρίλιο ο ένας τόνος χύμα επωλείτο προς 560 ευρώ, ενώ σήμερα, λίγους μήνες μετά, η αντίστοιχη τιμή προσεγγίζει τα 1.320 ευρώ/τόνο.
Το «εκρηκτικό» άνοιγμα της ψαλίδας, οφείλεται στις τεράστιες ποσότητες, που απορροφούν κυρίως οι ΗΠΑ, προκειμένου να παράξουν βιοκαύσιμα και στην παρατηρούμενη έλλειψη. Και να σκεφτεί κανείς ότι αρχικά, πρόθεση των περισσότερων αμερικανικών εταιρειών παρασκευής βιοκαυσίμων ήταν να χρησιμοποιήσουν τα σογιέλαια κακής ποιότητας προς αυτή την κατεύθυνση. Με το πέρασμα, όμως, του χρόνου η ζήτηση στα βιοκαύσιμα εντάθηκε, με αποτέλεσμα ακόμη και τα καλής ποιότητας σπορέλαια, όπως το ηλιέλαιο και το καλαμποκέλαιο να χρησιμοποιηθούν ως πρώτη ύλη για βιοκαύσιμα.
Το τεράστιο εύρος των αυξήσεων επηρεάζει και τις τιμές στο ράφι. Στην ελληνική αγορά, πλέον, δύσκολα θα βρει κανείς σπορέλαιο στην 5λιτρη συσκευασία που να πωλείται κάτω από τα 9-10 ευρώ, δηλαδή προς 2 σχεδόν ευρώ το κιλό.